Αν μου έλεγε κάποιος πριν από το παιχνίδι με την Λαμποράλ ότι ο Ολυμπιακός θα έβαζε 89 πόντους σε 79 επιθέσεις, αλλά η εικόνα του θα ήταν χειρότερη από τα προηγούμενα ματς, θα γέλαγα σαν να άκουγα μια ιστορία από τον Στιβ Γιατζόγλου. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα το βασικό θέμα συζήτησης ήταν η επίθεση της ομάδας. Η άμυνα, για τους περισσότερους, θα ήταν και φέτος το σημείο αναφοράς της ομάδας.

Στη Βιτόρια, όμως, η άμυνα εξελίχτηκε σε μαύρη τρύπα. Τα προβλήματα που δημιούργησε ο Μπουρούσης έβγαζαν μάτι, αλλά εξίσου ανησυχητική ήταν και η επίδοση στην περιφέρεια. Ο Ολυμπιακός έδωσε πολλά αμαρκάριστα τρίποντα, δεν πίεσε αρκετά ώστε να οδηγήσει τους αντίπαλους χειριστές σε λάθη και για ένα ακόμα ματς δεν αξιοποίησε το πλεονέκτημα που του δίνει η παρουσία τριών αμυντικών επιπέδου στα γκαρντ (Χάκετ, Στρόμπερι, Μάντζαρης).

Με άλλα λόγια, η συζήτηση για το αν η ομάδα έχει δομικά προβλήματα ή απλά θέλει χρόνο θα συνεχιστεί. Η μόνη απάντηση που μπορεί να δώσει ο Ολυμπιακός είναι να συνεχίσει να δουλεύει και να βελτιώνεται. Το ματς της Παρασκευής εναντίον της Μιλάνο αποτελεί μια ακόμα ευκαιρία για δουλειά, ειδικά στην άμυνα, όπου η περιφερειακή άμυνα των ερυθρόλευκων καλείται να σταματήσει έναν από τους πιο χαρισματικούς σκόρερ στην Ευρώπη. Για να μάθουμε περισσότερα για τον επόμενο αντίπαλο του Ολυμπιακού, μίλησα με τον Giuseppe Nigro, συντάκτη στην Gazzetta dello Sport.

Κάθε φορά που παρακολουθώ τον Τζεντίλε, καταλήγω ότι είναι ο πιο ταλαντούχος πάικτης της γενιάς του. Υπάρχει, όμως, κάτι που δεν του επιτρέπει να αξιοποίησει πλήρως αυτό το ταλέντο. Συμφωνείς με αυτή την εκτίμηση;

Ο Τζεντίλε είναι ένα μεγάλο ταλέντο. Αν βρει την ισορροπία του σε ψυχολογικό επίπεδο, θα τη βρει και σε αγωνιστικό. Στο παρελθόν έμπλεκε συχνά σε καυγάδες με τους προπονητές του και με τον κόσμο ολόκληρο προκειμένου να επιβεβαιώσει την αξία του. Αυτή η κατάσταση δεν του επέτρεπε να παίρνει τις σωστές αποφάσεις και να παίζει με τη σωστή νοοτροπία, με αποτέλεσμα να μην εκμεταλλεύεται το μπασκετικό του IQ. Συχνά προσπαθούσε να βγάλει μια φάση εναντίον κάποιου αντί να φτιάξει μια φάση για την ομάδα του και τον εαυτό του.

Το καλοκαίρι η διοίκηση της Μιλάνο προσπάθησε να λύσει αυτό το πρόβλημα χρίζοντας τον Τζεντίλε ηγέτη και χτίζοντας την ομάδα γύρω από αυτόν – ίσως σε υπερβολικό βαθμό. Από την άλλη, μετά από ένα ώριμο Ευρωμπάσκετ, μοιάζει να παίζει σαν ηγέτης, αλλά λιγότερο εγωιστικά, συμμετέχοντας όλο και περισσότερο στο project της ομάδας και νιώθοντας υπεύθυνος για την επιτυχία του.

Και πάλι, όμως, πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα δύσκολη πραγματικότητα, η οποία τον έχει φέρει στο επίκεντρο της ομάδας. Πρέπει, επομένως, να βρει μια νέα ισορροπία, ώστε να αφήνει περιθώρια για πρωτοβουλίες στους συμπαίκτες, χωρίς όμως να τους εγκαταλείπει. Είναι μια ιστορία που δεν τελειώνει, αλλά παραμένει ενδιαφέρουσα.

Φέτος η Μιλάνο αντιμετωπίζει ορισμένα δύσκολα διλήμματα στη γραμμή των ψηλών. Ο Μάτσβαν και ο Χούμελ απειλούν από μακριά και δίνουν σημαντικές βοήθειες στην επίθεση, αλλά παίζουν μέτρια άμυνα. Από την άλλη, σχήματα με τον Μακ Λιν στο τέσσερα δυσκολεύονται να δημιουργήσουν χώρους στην επίθεση, καθώς δεν υπάρχουν αρκετοί σουτέρ στο παρκέ. Μπορεί ο Ρέπεσα να δώσει μια λύση;

Ο Ρέπεσα έχει καλή παράδοση στη διαχείριση frontline με πολλούς παίκτες. Προς το παρόν, ο Μπάρατς δεν είναι ψηλά στην ιεραρχία: δεν ήταν μέρος του καλοκαιρινού σχεδιασμού, δεν είναι ο παίκτης του παρελθόντος και αποκτήθηκε με ολιγόμηνο συμβόλαιο.

Ο Μάτσβαν χρησιμοποείται περισσότερο από τον Μακλίν ως τώρα – είτε στο 4, με τον Αμερικανό (ή τον Λαβάλ) σαν σέντερ, είτε στο 5, με τον Χούμελ τεσσάρι. Συμφωνώ ότι δυσκολεύονται να βρουν ισορροπία μεταξύ άμυνας (που ούτως ή άλλως είναι κλειδί) με την επίθεση. Γι’αυτό έχουν αρκετά νεκρά διαστήματα.

Δε νομίζω, όμως, ότι αυτό το πρόβλημα συνδέεται με τους ψηλούς. Για μένα ο βασικός λόγος είναι η απουσία ενός επιθετικού πόλου, εκτός Τζεντίλε, στα γκαρντ. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν θα είναι μια αδυναμία που θα ακολουθεί την Μιλάνο καθόλη τη διάρκεια της χρονιάς, ή αν είναι θέμα φόρμας. Έχουν παίκτες για να αναπληρώσουν αυτό το κενό και δεν έχουν κάνει αρκετές προπονήσεις όλοι μαζί ώστε να γνωρίζουμε το πραγματικό πρόσωπο της ομάδας.

Εκτός του Τζεντίλε ποιος μπορεί να παίξει το ρόλο του δημιουργού; Ο Τζένκινς μπορεί να ανταποκριθεί; Υπάρχουν μεγαλύτερες προσδοκίες για τον Λαφαγιέτ; Ή θα ψάξουν περισσότερο σκορ στη ρακέτα;

Ο χαρακτηρισμός “δημιουργός” δεν ταιριάζει εύκολα σε κάποιον παίκτη της ομάδας πλην Τζεντίλε. Ας πούμε ότι ο στόχος είναι ο κάθε παίκτης να κάνει στο γήπεδο δουλειές με τις οποίες αισθάνεται άνετα. Το πικ εν ρολ είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ξέρεις πολύ καλά τι μπορεί να κάνει ο Λαφαγιέτ (σ.σ. ο κατασκευαστικός κλάδος ρωτάει και ανησυχεί, τέτοια καλούπια πού θα ξαναβρεί) και ο Τσιντσιαρίνι μπορεί να συνδυαστεί καλά με τους Μακ Λιν και Λαβάλ, οι οποίοι τελειώνουν με ενέργεια τις φάσεις. Ο Τζένκινς και ο Χάμελ είναι περισσότερο  χρήσιμοι από πλευράς ενέργειας και άμυνα. Εκτός του Τζεντίλε, ίσως ο Σίμον και ο Μάτσβαν είναι οι πιο αξιόπιστοι σκόρερ όταν πρέπει να δημιουργήσουν μόνοι τους.