Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Μπραχάμι.

Στα χρόνια της εφηβείας μου έγινε το Ευρωμπάσκετ του ’87 και η έκρηξη με το μπάσκετ σάρωσε κάθε γειτονιά – μαζί και το Μπραχάμι, μια καθαρά ποδοσφαιρική συνοικία. Δεκάδες παιδιά πήγαν στον Κρόνο και στον Αστέρα Αγίου Δημητρίου. Όλοι μιλάγανε για τον Κρόνο και ειδικά για τον Μυριούνη, που ήταν τότε το μεγαλύτερο ταλέντο στην Ελλάδα. Βαζελογειτονιά γαρ, όλοι είχαν ενθουσιαστεί με την μεταγραφή του αργότερα στον ΠΑΟ.

Όσο πέρναγαν τα χρόνια, μετά τις σπουδές και εκεί κοντά πριν το στρατό άρχισα να ακούω για ένα ακόμη παληκάρι της γειτονιάς που γεννήθηκε και μεγάλωσε μόλις 3 στενά από το πατρικό μου. Ήταν ο Γιώργος Πρίντεζης και έπαιζε στον Αστέρα Αγίου Δημητρίου. Πιό σωστά, εκεί αρχίζει να μπιστάει την σπυριάρα. Εγώ είχα χάσει την επαφή με την γειτονιά λόγω σπουδών στην επαρχία και στρατού. Θυμάμαι μου τον είχε δείξει στο δρόμο ένας φίλος και μου είχε κάνει εντύπωση πόσο αδύνατος ήταν. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα βράδυ σε μια παρέα γέλαγαν με τον Πρίντεζη: «Πήγε σε ένα καμπ το καλοκαίρι στην Αμερική και τον σάπισαν στο ξύλο οι αραπάδες, πού πας ρε μαλακισμένο έτσι να παίξεις μπάσκετ;». Προτιμούσαν τον Μυριούνη σαν είδωλο, τον ανθρώπινο λουκουμά… Το κράτησα αυτό, αυτήν την κουβέντα, και δεν την ανέφερα ποτέ ξανά σε κανέναν μέχρι σήμερα. Φίλο, αδελφό, γυναίκα, πουθενά. Μου είχε κάνει εντύπωση πόσο εύκολα τον ειρωνευόντουσαν τότε και πόσο του πεταματού τον είχαν… Αλλά μου έμεινε αυτή η φράση καρφωμένη στο μυαλό όλα αυτά τα χρόνια. Πως τα φέρνει διάολε η ζωή να θυμάσαι μια ξεκούδουνη συζήτηση πριν σχεδόν 20 χρόνια για ένα παιδί – παιδί ήταν ο Γιώργος ακόμα τότε – ενώ δεν θυμάσαι καν τα ονόματα πολλών συμμαθητών σου…

Τώρα, 20 χρόνια μετά, με τους φίλους από την γειτονιά τα λέμε που και που από κοντά, κυρίως όμως πειράζει ο ένας τον άλλο στο facebook. Κανείς τους όμως δεν λέει κακή κυοβέντα για τον Πρίντεζη πια. Μόνο σεβασμός. Και αναγνώριση.

Γιατί όμως; Επειδή η σκληρή δουλειά θα έχει πάντα αποτέλεσμα. Επειδή η αξιοσύνη στο χώρο δουλειάς σου πάντα θα αναγνωρίζεται, έστω και καθυστερημένα. Επειδή το να είσαι καθαρός και γνήσιος θα ξεχωρίζει πάντα μέσα και από τα πιο βρώμικα οπαδικά γυαλιά και κυρίως μέσα από τα πιο άρρωστα μυαλά. Επειδή η πίστη στην φανέλα, η αγάπη για τον σύλλογο, το όνειρο που κυνηγάς από παιδί κια το κάνεις πραγματικότητα όταν γίνεις άντρας, είναι πράγματα που δεν γνωρίζουν ομάδες. Είναι πράγματα που στον αθλητισμό ονειρεύεται κάθε παιδί, είτε είναι Ολυμπιακός, είτε είναι ΠΑΟ, ΑΕΚ, ΠΑΟΚ, κλπ. Και αυτό απλά δεν μπορείς να μην το παραδεχθείς.

Πρίντεζης

Σήμερα, στην Ελλαδα του 2017, στην χωρα των διεφθαρμενων, στην χωρα του βολεματος, της ρουφιανιας, της αναξιοκρατιας ποσα παραδειγματα ανθρωπων-προτύπων εχουμε; Λιγα. Στον Ελληνικο αθλητισμο ακόμη λιγοτερα. Ο Γιώργος Πριντεζης ειναι ενας απο αυτους τους λιγους, τους ελάχιστους θα τολμησω να πω. Και ειναι αρχηγος μας, κομματι της ζωης μας, η ψυχη μας η ιδια. Πόσο γαμάτο ειναι αυτό;

Λένε όλοι για τα λεφτά που άφησε για να μείνει εδώ ή τα λεφτά που άφησε στο προηγούμενο συμβόλαιο. Τα πιο σημαντικά λεφτά που άφησε όμως ήταν όταν γύρισε από την Μάλαγα. Ήταν πολύ πιο λίγα αλλά απείρως πιο σημαντικά. Γι’αυτόν, για την ομάδα, για εμάς, για την ιστορία την ίδια. Γιατί ήταν λεφτά που άφησε όχι για να μείνει στον Ολυμπιακό. Ήταν λεφτά που άφησε για να μπορέσει να γυρίσει στον Ολυμπιακό. Για να γυρίσει σπίτι του. Και να ακολουθήσει ό,τι ακολούθησε.

Χρόνια τώρα έβλεπα πολύ συχνά το γνωστό κόκκινο τζιπάκι παρκαρισμένο έξω από το πατρικό του κάθε φορά που πήγαινα στην μάνα μου «Αυτό, είναι του Πρίντεζη, το αμάξι. Γείτονάς μου!», έλεγα στην γυναίκα μου, στους φίλους μου, σε όποιον άλλο ήταν στο αμάξι την ώρα που περνάγαμε. Περηφάνια. Ένα Πάσχα πριν 2-3 χρόνια είχα πάει για την Ανάσταση στην εκκλησία της γειτονιάς μας, στον Άγιο Παντελεήμονα. Είχε έρθει με φίλους. Κουστουμαρισμένος, χωρίς φανφάρες, έκατσε με την παρέα του σε μια άκρη έξω από την εκκλησία και με χαμόγελο χαιρετούσε όποιον ήθελε να πάει να του μιλήσει. Η γυναίκα μου μου είπε «Πήγαινε να του μιλήσεις, άιντε!». Δεν πήγα. Ντράπηκα. Πήγα να κάνω ένα βήμα και βούρκωσα. Τί να του πω; Και πώς; Μπορείς να πεις; Μπορείς να περιγράψεις τι είναι αυτό που σου συμβαίνει και σε αρρωσταίνει και σου έχει πάρει το μυαλό; Εγώ δεν μπορώ…

Μπορώ όμως να μιλήσω για αυτόν στον γιό μου όπως μου μίλαγε ο πατέρας μου για τον Γιούτσο, τον Σιδέρη και τον Μουράτη. Να του πω την ιστορία ενός παιδιού που μόχθησε και δεν τα παράτησε. Που μεγάλωσε και έγινε πρότυπο. Που έπεσε, σηκώθηκε, στάθηκε όρθιος με τον ιδρώτα του και σήκωσε στις πλάτες του τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων και τους έκανε να πιστέψουν αυτό που όλοι θέλουμε σε αυτήν την ζωή να πιστέψουμε: Ότι τα όνειρα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα.

Δηλαδή, αν δεν του μιλήσω για τον Πρίντεζη, για ποιόν θα του μιλήσω;